Η αντίστροφη ψυχολογία και η τακτική της

Είναι λογικό, όσοι ασχολείστε σε μόνιμη βάση με το στοίχημα, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι το εφήμερο κέρδος είναι κάτι ουτοπικό. Θέλει υπομονή, μελέτη και επιμονή, προκειμένου σε βάθος χρόνου να υπάρξει κερδοφορία, αρκεί πάντα να τηρείτε με ευλάβεια ορισμένους κανόνες, που έχετε θέσει. Το πρώτο σημαντικό λάθος που μπορεί να κάνει ο παίκτης του στοιχήματος είναι το υπέρμετρο ρίσκο και η ψευδαίσθηση ότι το υψηλότερο ποντάρισμα θα φέρει περισσότερα κέρδη. Δεν παίζουμε ποτέ για να ρεφάρουμε τη χασούρα, διότι το πιθανότερο είναι ότι θα είμαστε «θολωμένοι» και οι επιλογές μας θα είναι απόρροια μη καθαρής σκέψης και μελέτης.

Δουλειά μας είναι να αναζητούμε τις καλύτερες δυνατές αποδόσεις, τις εταιρίες που προσφέρουν συστηματικά αθλητικά γεγονότα με χαμηλή γκανιότα. Αν υποθέσουμε ότι ένας παίκτης θα κάνει 10 σερί στοιχήματα, το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει μοιρασιά στις νίκες και τις ήττες. Χρειάζονται πάνω από 6/10 κερδισμένα στοιχήματα για να θεωρήσει κάποιος ότι έβγαλε κέρδος, κάτι που ασφαλώς σπάνια συμβαίνει. Άλλωστε, το πιθανότερο είναι ότι μετά από μια νίκη θα ακολουθήσει ήττα. Όπως επίσης, μετά από ήττα είναι πιθανότερο να ακολουθήσει νίκη.

Μια τακτική που είναι δοκιμασμένη και φαίνεται να ταιριάζει στον μέσο παίκτη στοιχήματος, είναι το «αντίστροφο ποντάρισμα», αγγλιστί opposite stake. Βασίζεται στην απουσία μεγάλων νικηφόρων ή χαμένων σερί και λειτουργεί μόνο αν έχετε την πειθαρχία να χαλιναγωγήσετε τα πάθη και τις επιθυμίες σας. Η λογική είναι η εξής: Ο παίκτης μειώνει το ποντάρισμά του μετά από κάθε νίκη και το αυξάνει μετά από κάθε ήττα. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι σε σχέση με το επίπεδο ποντάρισμα, αυτή η αντίστροφη τακτική έχει περισσότερες πιθανότητες για κερδοφορία στο φινάλε μιας σεζόν. Αυτό σε απλά ποσοστά μπορεί να σημαίνει κάτι μικρό (3% ή 4%), ωστόσο αν το υπολογίσουμε με βάση μεγαλύτερο αριθμό αγώνων και υψηλότερα ποσά, μπορεί να αντιστοιχεί σε εκατοντάδες ή χιλιάδες ευρώ.